Ιστορικό της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π.

This is a discussion for the topic Ιστορικό της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π. στις the board Αρχιτεκτονική, Χωροταξία, Οικοδομικά.
*

Αποστολέας Θέμα: Ιστορικό της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π.  (Αναγνώστηκε 2335 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Architect_KD

  • phpBB -
  • *
  • Μηνύματα: 11
  • Like: +0/-0
στις: Ιανουαρίου 15, 2004, 01:21:22 μμ
ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1836-1864)

ΟΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΣΤΟ "ΤΕΧΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟΝ". ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1836-1864)

Από την εποχή της σύστασης του το Πολυτεχνείο της Αθήνας - το ονομαζόμενο τότε "Τεχνικόν Σχολείον" - είχε βασικό προορισμό του τις σπουδές της Αρχιτεκτονικής. Στο ιδρυτικό Διάταγμα μάλιστα της 31.12.1836 (12 Ιανουαρίου 1837) όχι μόνο προτάσσεται ο τίτλος "περί εκπαιδεύσεως εις την Αρχιτεκτονικήν" αλλά διατυπώνεται και η εισαγωγική φράση ]Εφηρμoσμένες Τέχνες [/b]αποτελούσαν τον κύριο κορμό των μαθημάτων του Πολυτεχνείου. Για την διδασκαλία τους είχαν κληθεί (ήδη το 1837) από τον πρώτο διευθυντή του Σχολείου, το λοχαγό μηχανικού Fr. Zenter, επώνυμοι Ευρωπαίοι Αρχιτέκτονες, όπως οι Δανοί Christian και Theophil Hansen, O Charles Laurent κ.α. Οι παραπάνω δίδαξαν κυρίως το Αρχιτεκτονικό και Ελεύθερο Σχέδιο, με έμφαση στους ελληνικούς ρυθμούς, καθώς και τα στοιχεία Κτιριολογίας.

Στο ξεκίνημα των αρχιτεκτονικών σπουδών στη χώρα μας , οι σπουδαίες αυτές προσωπικότητες - όπως ο Th. Hansen, που υπήρξε ο πιο σημαντικός στην εποχή του δημιουργός του βιεννέζικου εκλεκτικισμού - έθεσαν αναμφίβολα, με την ικανότητα και την πείρα τους, την ανεξίτηλη σφραγίδα ποιότητας στο εκπαιδευτικό έργο του πρώτου Πολυτεχνείου - ιδιαίτερα στον αρχιτεκτονικό κλάδο σπουδών.

Η πολιτειακή μεταρρύθμιση του 1843 και η συνακολούθηση της παύσης των ξένων από τις κρατικές υπηρεσίες υπήρξε, για τη διδασκαλία των αρχιτεκτονικών μαθημάτων στο Πολυτεχνείο, η απαρχή μιας κρίσιμης φάσης. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι Διευθυντής του "Σχολείου των Τεχνών" διορίστηκε τότε από τον Όθωνα, ο πιο δημιουργικός Έλληνας αρχιτέκτονας της πρώτης περιόδου του κλασικισμού, ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου (1844-1862).

Για τον Καυταντζόγλου - του οποίου το έργο είχε απήχηση στους συναδέλφους του, ενώ ο ίδιος άσκησε σημαντική επιρροή στην πρώτη κοινωνία της Αθήνας - δεν υπήρχε κανένας ενδοιασμός ως προς το πρόβλημα της στάθμης των αρχιτεκτονικών σπουδών και της βαθμίδας του παρεχόμενου από το "Σχολείον" πτυχίου. Θεωρούσε την υφιστάμενη έλλειψη πανεπιστημιακού κλάδου για την ανώτερη μόρφωση του Αρχιτέκτονα, καθώς και την ανυπαρξία μιας "Ακαδημίας Τεχνών" στην Ελλάδα, ικανούς παράγοντες να επηρεάσουν την ποιοτική στάθμη του πτυχίου ]Κοσμηματογραφία[/color] και αργότερα την " Σύνταξιν Αρχιτεκτονικών Σχεδίων" (1860).

Πραγματικά, η συντηρητική απόδοση των αρχιτεκτονικών μαθημάτων συμβάδιζε μ' ένα πλούσιο - βασισμένο σε άριστους καθηγητές - πρόγραμμα καλλιτεχνικών σπουδών. Η πρώτη "Καλλιτεχνική Σχολή" και η "Πινακοθήκη" που είχαν ιδρυθεί ήδη από το 1840, απέκτησαν σχετική λειτουργική αυτονομία και συνδυάστηκαν με τη σύσταση της "Σχολής των Ωραίων Τεχνών" κατά την αναδιοργάνωση του Πολυτεχνείου το 1863. Η αμέσως επόμενη περίοδος των πρώτων χρόνων του Γεωργίου Α' - στην οποία θ' αναφερθούμε παρακάτω- υπήρξε σημαντική εποχή των αρχιτεκτονικών σπουδών στην Ελλάδα.

Ο Καυταντζόγλου, ως αρχιτέκτονας με βαθιά ουμανιστική μόρφωση και εκτεταμένη πρακτική εμπειρία του επαγγέλματος του, έβλεπε μια πλήρη αναβάθμιση των αρχιτεκτονικών σπουδών να πραγματοποιείται δύσκολα. Τον προβλημάτιζε κυρίως η χαμηλή στάθμη της επιστημονικής παιδείας στην Ελλάδα, που δεν επέτρεπε την υποστήριξη του έργου μιας Ανώτατης Σχολής ευρωπαϊκού επιπέδου. Ας μην ξεχνάμε ότι και ο ίδιος εκπροσωπούσε μια συγκεκριμένη τάξη του Ευρωπαίου ακαδημαϊκού αρχιτέκτονα, και μάλιστα του αφοσιωμένου στο - πειθαρχημένο στους αισθητικούς κανόνες- πνεύμα του ελληνικού κλασικισμού.

Στην εποχή του, το επάγγελμα του αρχιτέκτονα είχε πάρα πολύ υψηλής στάθμης απαιτήσεις (πλήρη γνώση των αρχαίων προτύπων, ιστορία, φιλοσοφία κ.α.) και ήταν φυσικό να αισθάνεται αυτός ότι στην εκπαιδευτική πράξη του "Σχολείου των Τεχνών" υπήρχε - ως προς αυτόν τον όγκο της πολύπλευρης μόρφωσης - ένα πραγματικό αδιέξοδο. Έτσι, τα επιτρεπτά όρια γνώσεων του "Σχολείου" δεν ήταν δυνατό να παράγουν αρχιτέκτονες αλλά μόνο πρωτοτέκτονες, που απλώς θα επέβλεπαν τα μεγάλα έργα : "... οι δημοτικάς και ιδιωτικάς μεγάλας οικοδομάς διευθύνοντες, εκ των εν τω Πολυτεχνείω κατά προτίμησιν παραλαμβάνονται" (λόγος του 1848).
Όμως, αν αναλογιστούμε το μέγεθος και την ποιότητα του ανεπανάληπτου αρχιτεκτονικού έργου στην Αθήνα αυτής της περιόδου, δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε την εργατικότητα και τις ικανότητες αυτών των ανώνυμων "πρωτοτεκτόνων", απόφοιτων του νεοσύστατου Πολυτεχνείου.


Architect_KD

  • phpBB -
  • *
  • Μηνύματα: 11
  • Like: +0/-0
Απάντηση #1 στις: Ιανουαρίου 15, 2004, 01:31:45 μμ
ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1865-1916)
 

Η ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ. Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ "ΣΧΟΛΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ" (1865-1916)

Από την εποχή που αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Πολυτεχνείου ο Δημήτριος Σκαλιστήρης (1864-1873) οι αρχιτεκτονικές σπουδές αποκτούν μια πιο συγκεκριμένη μορφή, για να συγκροτηθούν σ' ένα πληρέστερο πρόγραμμα μαθημάτων κατά τις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα. Πάντως, ως την εποχή που ιδρύθηκε η Ανώτατη Σχολή των Αρχιτεκτόνων (1916-1917), ίσχυε ο κανόνας να υπάγονται τα αρχιτεκτονικά μαθήματα στο πλαίσιο διδασκαλίας της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών.

Η αλλαγή επήλθε σταδιακά από το τέλος της δεκαετίας του 1860, όταν τη στελέχωση του Πολυτεχνείου ανέλαβαν έμπειροι μηχανικοί, προερχόμενοι είτε από τον κλάδο Μηχανικού της Σχολής Ευελπίδων (στην οποία διδασκόταν στοιχειωδώς και η αρχιτεκτονική) είτε από αντίστοιχες Σχολές του εξωτερικού -όπως η περίφημη "Ecole des Pontes et Chausses" του Παρισιού. Το καλλιτεχνικό κλίμα υποχωρούσε σημαντικά - το 1910 κατέληξε σε πλήρη αυτονομία της Σχολής Καλών Τεχνών - ενώ κατακτούσε έδαφος η πρακτική διδασκαλία των οικοδομικών εφαρμογών.

Στη φάση αυτή ξεχωρίζουν ονόματα καθηγητών, όπως του Γεράσιμου Μεταξά, Ιωάννη Σέχου, Ερνέστου Τσίλλερ, Ιωάννη Κολλινιάτη, Αναστασίου Θεοφιλά, Ιωάννη Λαζαρίμου κ.α. Οι περισσότεροι απ' αυτούς είχαν επιπλέον στο ενεργητικό τους πολύ πλούσιο έργο στην ανοικοδόμηση της νέας πρωτεύουσας. Θα υπενθυμίσουμε εδώ το αρχοντικό Μουρούζη στην οδό Πειραιώς από τον Ι. Σέχο, το μέγαρο Σερπιέρη της οδού Πανεπιστημίου (σήμερα Αγροτική Τράπεζα) από τον Α. Θεοφιλά, το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά από τον Ι. Λαζαρίμο και, τέλος, τον εντυπωσιακό αριθμό δημόσιων και ιδιωτικών μεγάρων που έκτισε ο Ερνέστος Τσίλλερ (οικία Σλήμαν, Δημοτικό Θέατρο Αθηνών, μέγαρο Μελά, Ανάκτορα - σήμερα, Προεδρικό Μέγαρο - στην Ηρώδου Αττικού κ.α.).

Αν και τα τεκμήρια που διαθέτουμε σήμερα είναι πολύ φτωχά, είναι βέβαιο ότι όλοι ανεξαιρέτως όσοι προαναφέρθηκαν έδιναν στην αρχιτεκτονική διδασκαλία τους το πιο σημαντικό βάρος στους "αρχαϊκούς ρυθμούς" (ελληνικά κλασικά και ρωμαϊκά πρότυπα) καθώς επίσης και στην αναγεννησιακή μορφολογία. Είναι π.χ. γνωστά τα εγχειρίδια του Ι. Σέχου "Μαθήματα Οικοδομικής", 1866-87 ή του Ι. Λαζαρίμου "Μαθήματα Χωρομετρίας", 1885). Επίσης του Τσίλλερ, με την εξαιρετική σχεδιαστική απόδοση των συστημάτων της "ελληνικής αναγεννήσεως" (κατά την ορολογία της εποχής), καθώς και το σύγγραμμα Αρχιτεκτονικής του Ι. Κολλινιάτη ("Αρχιτεκτονική της εγκρίτου Αρχαιότητος και Αναγεννήσεως", 1909), όπου παραθέτονται άφθονοι πίνακες των μνημειακών προτύπων της Ιταλίας κατά το σύστημα των "trattato d' architettura civile", που το περιεχόμενο των διδασκόταν ως την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα.

Η μεταρρύθμιση του 1887, με πρωτοβουλία του τότε Διευθυντή του "Σχολείου" Αν. Θεοφιλά, κατά την οποία το Πολυτεχνείο προσέλαβε μια περισσότερο τεχνική κατεύθυνση - ως "Σχολείον των Βιομηχάνων Τεχνών", δεν είχε καμιά ουσιώδη μεταβολή ως προς το περιεχόμενο των παρεχομένων αρχιτεκτονικών σπουδών. Ήδη ο Τσίλλερ (1872-1882) είχε δώσει στο πλαίσιο των μαθημάτων μια εξαιρετική ώθηση στην οικοδομική τέχνη, την οποία συνέχισε ο Ι. Σέχος (1879-1888).

Το κύριο περιεχόμενο αυτής της Οικοδομικής - που απευθυνόταν σε Αρχιτέκτονες και Πολιτικούς Μηχανικούς - ήταν τα παραδοσιακά τεχνικά συστήματα, δηλαδή κατασκευές λιθοδομών και οπτοπλινθοδομών, πλήρης ανάπτυξη των κονιαμάτων και άλλων υλικών, μαθηματικοί υπολογισμοί θεμελιώσεων, θολοδομίας, καθώς και σχετικές γεωμετρικές επιλύσεις των φορέων κ.α. Μια μεθοδολογία δηλαδή, που περεχόταν στους Αρχιτέκτονες τουλάχιστον ως την εποχή του Εμμ. Κριεζή, αρκετά χρόνια μετά την ίδρυση της Ανώτατης Σχολής των Αρχιτεκτόνων. Περισσότερο μεθοδικό ήταν το σύγγραμμα του Ιωάννη Ραπτάκη : "Μαθήματα Οικοδομικής" (1892), που δίδαξε το μάθημά του σε δυο περιόδους (1890 - 1917 και 1920-1923).

Φαίνεται πάντως ότι η σχετική ανάπτυξη του τεχνικού κλάδου καθώς και η επιτεινόμενη σύγχυση του γνωστικού περιεχομένου των σπουδών, που υπήρχε στη Σχολή των Πολιτικών Μηχανικών, έφεραν στην επιφάνεια το πρόβλημα της αυτοδύναμης διδασκαλίας των αρχιτεκτονικών μαθημάτων και τελικά την ύπαρξη μιας Αρχιτεκτονικής Σχολής, μέσα στο πλαίσιο του "Σχολείου των Βιομηχάνων Τεχνών".


Architect_KD

  • phpBB -
  • *
  • Μηνύματα: 11
  • Like: +0/-0
Απάντηση #2 στις: Ιανουαρίου 15, 2004, 01:40:25 μμ
ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1917 - 1940)
 

Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ ΤΟΥ Ε.Μ.Π. ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΔΡΑΙΩΣΗΣ ΤΟΥ "ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΑΚΟΥ" ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΣΠΟΥΔΩΝ (1917 - 1940)


Οι ουσιαστικές μεταβολές στη γενικότερη συγκρότηση του Πολυτεχνείου ως Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος και συγχρόνως η Ίδρυση της Σχολής Αρχιτεκτόνων πρέπει να συνδεθούν με την προοδευτική προσωπικότητα του Διευθυντή του τον Αγγ. Γκίνη, καθώς και με τη φωτισμένη ηγεσία του Ελευθέριου Βενιζέλου, στον οποίο είχε άμεση απήχηση η εισηγητική έκθεση του πρώτου (1913), για την ίδρυση τριών Ανωτάτων Σχολών ]Ερνέστος Εμπράρ [/color](1918 - 1921 επανήλθε αργότερα, το 1927 - 1930) και, κατά δεύτερο λόγο, ο Αρχιτέκτων Αλέξανδρος Νικολούδης που δίδαξε κτιριολογία (ως το 1923 επανήλθε το 1936 - 1940).

Πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι οι πρώτες κατευθύνσεις που δόθηκαν στη Σχολή από την άποψη του συνθετικού έργου ανταποκρίνονταν απόλυτα τόσο στο επίκαιρο αισθητικό κλίμα που επικρατούσε στην Αθήνα (τη δεκαετία του '20 και τις αρχές της επόμενης περιόδου) όσο και στην παιδεία και την προσωπικότητα των καθηγητών που πρώτοι τη στελέχωσαν. Συγκεκριμένα βρισκόμαστε στην εποχή που έχει επέλθει βαθιά και αμετάκλητη τομή στα κλασσικιστικά πρότυπα. Από την άλλη πλευρά εισάγονται αθρόα στον ελληνικό χώρο κάθε είδους "μοτίβα" προερχόμενα είτε από τη γαλλική εκλεκτική παράδοση, είτε από τις μεταγενέστερες τάσεις των βιεννέζικων ή και γερμανικών σχολών (Jugenstill, Secession, νεο-μανιερισμός, σχολή Otto Wagner κλπ.). Ο Εμπράρ που ήταν από τη φύση του ορθολογιστής - χωρίς όμως να αποκλείει στο έργο του τις εκλεκτικές κατευθύνσεις-, δίνει αμέσως ένα θετικό και ρεαλιστικό πνεύμα στο μάθημα του, πράγμα που οπωσδήποτε υπήρξε ευνοϊκό για την πρώτη γενιά των Ελλήνων αρχιτεκτόνων (αναφέρουμε τα ονόματά τους ]Εμμανουήλ Κριεζή [/color](1918 - 1950), που ήταν άλλωστε και ο ίδιος απόφοιτος του Μονάχου και ένας από τους πρωτοπόρους των εφαρμογών του μπετόν αρμέ στην Ελλάδα.

Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε παρά τη σταθερή κατεύθυνση για την ορθολογική διάρθρωση των αρχιτεκτονικών σπουδών, ότι βρισκόμαστε ακόμα σε ένα μεταβατικό στάδιο και ότι ορισμένες παρεκκλίσεις από τον κανόνα πρέπει να θεωρηθούν στη φάση αυτή αναπόφευκτες. Ιδίως όταν στον κύκλο των συνθετικών μαθημάτων - που είναι από τους βασικούς στο πλέγμα των γνωστικών αντικειμένων του Αρχιτέκτονα - δρούσαν προσωπικότητες που η παιδεία τους ήταν προσανατολισμένη σε αντίρροπη κατεύθυνση, δηλαδή σ' εκείνη της Beaux - Arts.

Ήταν π.χ. χαρακτηριστική η τάση να συνδέεται η "μνημειακότητα" του κτιρίου με ορισμένα εκλεκτικά υποδείγματα κατά τη διδασκαλία της Κτιριολογίας από τον Βασίλειο Κουρεμένο (1923 - 1927). Όμως το γεγονός αυτό δεν αποτελούσε "αναχρονισμό", τη στιγμή που κατά τις ασκήσεις των συνθέσεων στο ίδιο μάθημα ήταν σαφής η απαίτηση να τονιστεί η πρακτική και λιτή μορφή - ακόμη και ή "ελληνικότητα" - στο γενικότερο ύφος της Αρχιτεκτονικής. Τέλος η αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων (χωρίς να υποτιμάται η καλλιτεχνική απόδοση των εκφραστικών μέσων) ήταν βασικός παράγοντας επιτυχίας των θεμάτων Κτιριολογίας. Πάντως, ο Κουρεμένος επηρεασμένος από τις αρχές της γαλλικής παιδείας, προσπάθησε να επιβάλλει στη Σχολή το σύστημα διδασκαλίας των "εργαστηρίων" ( Atelier), διαφώνησε όμως με τους συναδέλφους του και αναγκάστηκε να παραιτηθεί (1927).

Επισημαίνουμε εδώ ότι η πάγια κατεύθυνση της Σχολής Αρχιτεκτόνων να μην αποκλίνει από την εκπαιδευτική οργάνωση ενός καθαρά "πολυτεχνειακού" συστήματος σπουδών δεν στάθηκε εμπόδιο στο να καλλιεργηθεί εκεί ένα - εντυπωσιακό σε ποιότητα και πολυμέρεια ιδεολογικών κατευθύνσεων - γνωστικό φάσμα που προσέδωσε πνευματικό περιεχόμενο στο εκπαιδευτικό έργο.

Ακόμα και στα δυο καλλιτεχνικά μαθήματα, της Ζωγραφικής και της Πλαστικής, κυριαρχούσε ένας σημαντικός προβληματισμός πάνω στα μοντέρνα ρεύματα, που πρόσφερε στους αρχιτέκτονες - της γενιάς πριν απ' τον πόλεμο - ένα ζωντανό εικαστικό υπόβαθρο και συντέλεσε στην ουσιαστική αποδέσμευση τους από τον κανόνα του ακαδημαϊσμού. Προς την κατεύθυνση αυτή έδρασε στην αρχή ο Μιχάλης Τόμπρος και αργότερα ο Αντώνης Σώχος, στην περιοχή της Πλαστικής. Σπουδαία επίσης επίδραση είχε η καλλιτεχνική προσωπικότητα του Νικολάου Ασπρογέρακα (Ζωγραφική), που έθεσε τις βάσεις στη διδασκαλία του σχεδίου στους Αρχιτέκτονες.

Σε αντίθεση προς τον καλλιτεχνικό κλάδο, η εδραίωση των θεωρητικών και ιστορικών σπουδών του αρχιτέκτονα στο Πολυτεχνείο, τόσο στην προπολεμική όσο και στην αμέσως επόμενη περίοδο, συντελείται σ' ένα πλαίσιο ιδιαίτερα συντηρητικό, με σταθερή προσήλωση στα μεγάλα μνημειακά πρότυπα της αρχαιότητας και του ελληνικού μεσαίωνα.

Προς αυτή την κατεύθυνση λειτούργησε κυρίως το μάθημα της Αρχιτεκτονικής Ρυθμολογίας και Μορφολογίας, όπως τουλάχιστον αυτό εφαρμόστηκε κατά τη μακρά θητεία του καθηγητή Αναστασίου Ορλάνδου (1918-1957). Η σαφής γνώση των ιστορικών ρυθμών, μέσα από τη θεωρία αλλά και τις ασκήσεις αποτυπώσεων ή και τα θέματα συνθετικού περιεχομένου, δεν προοριζόταν βέβαια για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της πρακτικής εφαρμογής. Πάντως το μάθημα της "Ρυθμολογίας", σ' αυτή την έστω συντηρητική του μορφή, ήταν εκείνο που ανέπτυξε την κατανόηση και το σεβασμό του δημιουργού αρχιτέκτονα στο πλέγμα των κορυφαίων καλλιτεχνικών επιτευγμάτων, όπως και των πιο ευγενικών μορφολογικών εκφράσεων του ελληνικού πολιτισμου.


Architect_KD

  • phpBB -
  • *
  • Μηνύματα: 11
  • Like: +0/-0
Απάντηση #3 στις: Ιανουαρίου 15, 2004, 01:45:20 μμ
ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1941 - 1974)
 

 
Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΝΕΩΝ ΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΚΛΑΔΩΝ. ΣΤΕΛΕΧΩΣΗ ΤΩΝ ΕΔΡΩΝ (ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1941 - 1974)

Κατά την τελευταία περίοδο του μεσοπολέμου και ενώ στη Σχολή δεν ήταν ακόμα ορατές οι αποτελεσματικές προσβάσεις του περιεχομένου των μαθημάτων προς τις σύγχρονες τεχνικές κατακτήσεις, είχε εν τούτοις επιτευχθεί μια ταυτότητα αντίληψης στη συγκρότηση ενιαίου πνεύματος αρχιτεκτονικών σπουδών.
Από το τέλος περίπου της δεκαετίας του '40 εκδηλώνεται ένας ουσιαστικός εκσυγχρονισμός του εκπαιδευτικού έργου, ο οποίος παρά τις σημαντικές ενδογενείς συνιστώσες που τον στήριξαν, πρέπει να συσχετιστεί και με το γενικότερο κλίμα ανασυγκρότησης και αναδημιουργίας, στο οποίο μετείχαν - στο σύνολό τους σχεδόν- οι κοινωνικές ομάδες του τόπου κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Τότε ακριβώς συντελείται η στελέχωση της Σχολής Αρχιτεκτόνων με καθηγητές που εκτός του ότι έχουν εκπαιδευτεί (οι περισσότεροι τουλάχιστον) σε αναγνωρισμένα Πολυτεχνεία της Ευρώπης, μεταφέρουν συγχρόνως και την προσωπική τους εμπειρία από πραγματοποιημένο έργο, που προσδίνει στα συνθετικά κυρίως μαθήματα τις θετικές βάσεις για ένα περιεχόμενο προσανατολισμένο στις πρακτικές απαιτήσεις και την προηγούμενη τεχνική γνώση.

Παράλληλα γίνεται αναγκαία η διεύρυνση των παλαιών και κατ' επέκταση η ανάπτυξη νέων γνωστικών περιοχών που να καλύπτουν τις απαιτήσεις στο επίπεδο μιας ανανεωμένης "κοινωνικής πρακτικής". Η κτιριολογία ήταν κυρίως αυτή που όφειλε να επιμερισθεί σε ειδικούς κλάδους. Ο καθηγητής Κώστας Κιτσίκης (1940-1961), κατά τη μακρά θητεία του δίνει στο μάθημα μια πνοή ρεαλιστική - που βέβαια δεν μπορεί να θεωρηθεί άσχετη προς την ευρύτατη επαγγελματική του δράση. Τα θέματα των ασκήσεων συγκλίνουν ολοένα και περισσότερο προς τα κτιριολογικά προβλήματα των κοινωνικά αναγκαίων χρηστικών συγκροτημάτων (σχολείων, κατοικιών εν σειρά κλπ) ενώ η προσοχή στρέφεται με σχολαστικότητα στη λειτουργική διάρθρωση της οικοδομής. Αυτό το τελευταίο σημείο αποτέλεσε εξάλλου κεντρικό άξονα της διδασκαλίας του Ευάγγελου Ρουσόπουλου (1942- 1963) ενώ καλλιεργήθηκε σε συνδυασμό με το μορφολογικό αποτέλεσμα - στη θετική πλέον έκφραση του μοντέρνου κινήματος -, κατά τη θητεία του Ιωάννη Δεσποτόπουλου (1942 - 1946, 1961 -1967). Ο τελευταίος υπήρξε μαθητής του Bauhaus και επομένως γνήσιος φορέας των κοινωνικών αντιλήψεων του μεσοπολέμου καθώς και των "πουριστικών" τάσεων της Αρχιτεκτονικής, κατά τη διδασκαλία του στην έδρα της Ειδικής Κτιριολογίας.

Η πολυμέρεια των προβλημάτων που είναι συναφής με την αρχιτεκτονική του κτιρίου, αντιμετωπίζεται με την οριστική διάσπαση της αντίστοιχης έδρας σε ειδικότερους κλάδους (Αρχιτεκτονικές Συνθέσεις Ι,ΙΙ,ΙΙΙ), ενώ παράλληλα οργανώνονται νέα μαθήματα, που αποβλέπουν στη στήριξη των τεχνικών κυρίως γνώσεων (Τεχνικές Εγκαταστάσεις Ειδικά Μαθήματα Οικοδομικής, Ακουστική, Δομήσιμα Υλικά, κλπ.) Από την άλλη πλευρά όμως, δεν εγκαταλείπεται η κριτική θεώρηση της αρχιτεκτονικής, σε μια πραγματικά καθοριστική για την ιστορία της Σχολής στάθμη, με το μάθημα της Μορφολογίας και Ρυθμολογίας, που δίδαξε ο Παναγιώτης Μιχελής. Βαθιά ήταν και η επίδραση του μαθήματος της Διακοσμητικής και Εσωτερικών Χώρων, κατά τη θητεία εκεί του Δημήτρη Πικιώνη, που η στοχαστική του προσωπικότητα αναζητούσε την ανόθευτη καλλιτεχνική πνοή στην αρχιτεκτονική.

Αντίθετα, το μάθημα της Μορφολογίας συνιστούσε, ουσιαστικά τον άξονα του "θετικού διαλογισμού" στη διερεύνηση των αρχιτεκτονικών φαινομένων. Κατά την περίοδο μάλιστα της δεκαετίας του '60, αλλά και αργότερα, οπότε ήταν διάχυτος ο προβληματισμός των φοιτητών γύρω από την αισθητική δικαίωση των πρωτοποριακών μορφών, σε σχέση με τη λειτουργικότητα και την κατασκευή - αλλά και με τις αμφιλεγόμενες αντιλήψεις για την "ελληνικότητα" στο ύφος του αρχιτεκτονικού έργου -, η δραστηριότητα στον κύκλο των μαθημάτων τόσο της Μορφολογίας όσο και των Εσωτερικών χώρων ήταν - ως προς την επίτευξη μιας κριτικής διεργασίας - ιδιαίτερα αποτελεσματική. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι η καθιέρωση των "διαλέξεων" (που από το είδος της δεκαετίας τού '60 δεν περιορίζονται στο αντικείμενο της Μορφολογίας αλλά και όλα τα γνωστικά αντικείμενα της Σχολής) ως θεμάτων κριτικής εξάσκησης σε ανώτερα εξάμηνα, ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς εκπαιδευτικούς κρίκους στο πρόγραμμα της Σχολής. Ανάλογης - πρακτικής όμως- σημασίας ήταν και οι ασκήσεις των Αποτυπώσεων πάνω σε σημαντικά κτίρια του ελληνικού χώρου.

Επίσης στη διαδικασία διευρύνσεως των γνωστικών αντικειμένων υπήρξε μεγάλη σημασία της οργάνωσης του Τομέα της Πολεοδομίας - που από την εποχή του καθηγητή Ανάργυρου Δημητρακόπουλου (1938) βρισκόταν σε μια μάλλον εμπειρική και ιδιαίτερα πρακτική διατύπωση της εκπαιδευτικής ύλης.

Από τη δεκαετία του 1950 και έπειτα (καθηγητής Αντώνιος Κριεζής και κυρίως μετά την ίδρυση του Σπουδαστηρίου Πολεοδομικών Ερευνών (1963), παρατηρούμε εκεί μια ανάπτυξη της σχετικής δραστηριότητας, κυρίως με την επεξεργασία θεμάτων και τη διατύπωση προτάσεων πάνω σε άμεσα προβλήματα των ελληνικών αστικών κέντρων και των οικισμών.

Την ίδια περίοδο επισημαίνουμε ανάλογη ανάπτυξη και σε μαθήματα που υποχρεωτικά στηρίζουν τις αρχιτεκτονικές σπουδές. Έτσι, ο εκσυγχρονισμός της Οικοδομικής (καθηγητής Κυπριανός Μπίρης, 1953 - 1971) μετέβαλε ριζικά αυτό τον κλάδο σε μια αυτοδύναμη μορφωτική περιοχή, στον κύκλο των επιστημονικών γνώσεων του αρχιτέκτονα. Η ανάγκη να διδαχθούν και ν' αφομοιωθούν οι αλματώδεις πρόοδοι που αναπτύχθηκαν στο τεχνικό σκέλος του αρχιτεκτονικού έργου επέβαλε τη δημιουργία ειδικών εκπαιδευτικών ενοτήτων της Οικοδομικής (π.χ. προκατασκευές) καθώς και τη σύσταση αυτοτελών εργαστηριακών μαθημάτων και σεμιναρίων εμβάθυνσης.

Παράλληλη ήταν και η ανάπτυξη των συγγενών περιοχών του τεχνικού κλάδου, όπως και η Δομική Στατική, Τεχνικές Εγκαταστάσεις, Τεχνικά Υλικά και Ηχοτεχνία κλπ. (Α. Ρουσόπουλος, Δ. Κορωναίος, Φ. Λοϊζος, Β. Παπαθανασόπουλος κ.α.)

Επίσης στον κύκλο των μαθημάτων που πλαισιώνουν τον κορμό των αρχιτεκτονικών σπουδών ο καλλιτεχνικός τομέας εξακολουθούσε να συντηρεί ένα προοδευτικό πνεύμα (που ενυπήρχε - όπως ήδη εκθέσαμε - από την εποχή της σύστασης της Σχολής). Πραγματικά τότε έγιναν εμφανείς οι προσπάθειες της διδασκαλίας στην Πλαστική (καθηγητής Λ. Λαμέρας) για την "ενσωμάτωση" του πλαστικού έργου στην αρχιτεκτονική και αντίστοιχα η πειθαρχημένη διατύπωση του σχεδίου ως μέσου αισθητικής καλλιέργειας- μακριά από "σχολές" και δογματισμούς (Ν. Χατζηκυριάκος - Γκίκας, Τάκης Μάρθας, Ν. Εγγονόπουλος).

Ακόμη ως προς την κατεύθυνση της θεωρίας πρέπει να αναφερθεί το μάθημα της Προβολικής και Παραστατικής Γεωμετρίας που οργανώθηκε από τον καθηγητή Ι. Χατσόπουλο (1920 - 1962) και αναπτύχθηκε στην μετέπειτα περίοδο από τον καθηγητή Κ. Λαδόπουλο.

Πάντως η οριστική μεταλλαγή των μαθημάτων τόσο στο θεωρητικό τομέα όσο και στην περιοχή της εφαρμογής, συντελείται από το τέλος της δεκαετίας του '50 και κατά τη διάρκεια της επόμενης. Μετά το 1957, αποχωρούν οι Ορλάνδος, Πικιώνης και Δημ. Ευαγγελίδης (που οργάνωσε για πρώτη φορά το μάθημα της Ιστορίας της Τέχνης). Τότε γίνεται οριστική η ανεξαρτητοποποίηση του μαθήματος της Μορφολογίας καθώς και η οργάνωση της ύλης στα ιστορικά μαθήματα : Iστορία της Τέχνης και Ιστορία της Αρχιτεκτονικής. Στο πρώτο συγκροτείται πλουσιότατη φωτοθήκη καθώς και τα απαραίτητα εργαστήρια (φωτογραφικό, κινηματογραφικό), με πρωτοβουλία του καθηγητή Αγγέλου Προκοπίου (1957-1967). Στο δεύτερο διευρύνεται η ύλη προς τις νεότερες ιστορικές φάσεις της μνημειακής αρχιτεκτονικής - ως και τις αρχές τού 20ου αιώνα (καθηγητής Δημήτριος Κωνσταντινίδης). Αργότερα η Ιστορία της Αρχιτεκτονικής ανάπτυξε - ως Σπουδαστήριο μια ουσιαστική δράση στη μελέτη και τεκμηρίωση του μνημειακού πλούτου της χώρας. Τελικά και η Μορφολογία μεταπίπτει σε μια περισσότερο "πρακτική" κατεύθυνση. Στην πραγματικότητα - μετά από σύντομη θητεία του καθηγητή Στεφάνου Σίνου- δημιουργείται εκεί μια μονάδα Σπουδαστηρίου όπου η ανάλυση του μορφολογικού περιεχομένου των θεμάτων ναι μεν ενεργείται στα υφιστάμενα πρότυπα παραδοσιακών ενοτήτων, απευθύνεται όμως άμεσα στις αντίστοιχες τις σύγχρονες θετικές εφαρμογές.

Η ενίσχυση και διερεύνηση των κτιριολογικών μαθημάτων συνδέεται κατά κύριο λόγο με τη στελέχωση των αντίστοιχων Εδρών καθώς και την οργάνωση τους, προκειμένου να αντιμετωπιστεί - ιδιαίτερα σε αυτό τον κλάδο - ο συνέχεια διογκούμενος αριθμός των φοιτητών. Πολλοί από τους νέους καθηγητές προέρχονται από επιμελητές και βοηθούς παλαιότερων Εδρών, ενώ μερικοί απ' αυτούς σταδιοδρομούν εκτός του χώρου του Ε.Μ.Π. (αρχιτέκτονες - πολεοδόμοι Π. Βασιλειάδης, Γ. Κονδύλης, ο αρχιτέκτονας - ζωγράφος Θ. Τσίγγος κ.α.) Εκείνοι πάντως που παραμένουν σφραγίζουν με τη δραστηριότητά τους την πορεία της Σχολής κατά την περίοδο κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και ύστερα. Έτσι στους Εσωτερικούς Χώρους αναλαμβάνει ο Ι. Λιάπης (1964-1989), πρώην επιμελητής του Πικιώνη. Το μάθημα αυτό μεταστρέφεται σταθερά προς τις απαιτήσεις του σύγχρονου αρχιτεκτονικού σχεδιασμού (από την κλίμακα του δημοσίου χώρου ως και την επίπλωση της κατοικίας), προσδίνοντας στο περιεχόμενο του μια ρεαλιστική κατεύθυνση, όπου κυριαρχεί πιο έντονα ο συνθετικός χαρακτήρας. Διάδοχος του Ευαγ. Ρουσόπουλου είναι ο Θουκυδίδης Βαλεντής (1964-1974), που εισάγει στο μάθημά του με ιδιαίτερη έμφαση στο λειτουργικό κανόνα καθώς και το τυποποιημένο μετρικό σύστημα ως πρωταρχικούς παράγοντες στο θετικό μορφολογικό αποτέλεσμα των χρηστικών κυρίως κτιρίων.

Στην Πολεοδομία (καθηγητής Αθ. Αραβαντινός 1969) οι εμπειρίες από τα αποτελέσματα των ερευνών του Σπουδαστηρίου καθώς και η ανάπτυξη σεμιναρίων εξειδίκευσης προσδίνουν στον κλάδο αυτό της Σχολής ένα σημαντικό εύρος δραστηριοτήτων. Επιπλέον, η πολυμέρεια των θεμάτων που εμπεριέχονται στην ύλη της Πολεοδομίας καθώς και το ιδιαίτερο βάρος του καθαρά εκπαιδευτικού έργου δημιουργούν την ανάγκη ουσιαστικής διεύρυνσης της Έδρας. Είναι εδώ χαρακτηριστικό ότι στη διδακτέα ύλη δεν περιλαμβάνονται μόνο τα στοιχεία που συναρτούν τη μεθοδολογία των πολεοδομικών μελετών αλλά κι εκείνα που επηρεάζουν την ευρύτερη κλίμακα των επεμβάσεων στο χώρο, δηλαδή του περιφερειακού προγραμματισμού.


 

μέλη
Stats
  • Σύνολο μηνυμάτων: 360294
  • Σύνολο θεμάτων: 11740
  • Online Today: 162
  • Online Ever: 809
  • (Δεκεμβρίου 04, 2019, 11:14:35 μμ)
Συνδεδεμένοι χρήστες
Users: 0
Guests: 145
Total: 145